normal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

normal < λατινική normalis < norma

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

normal (en)

  1. κανονικός, σύμφωνος με κάποιους κανόνες
  2. κανονικός, συνηθισμένος, νορμάλ
  3. φυσιολογικός, υγιής
  4. φυσιολογικός, ομαλός, σύμφωνος με τις κοινωνικές αντιλήψεις ή προκαταλήψεις σχετικά με το τι είναι φυσιολογικό ή ομαλό
  5. Normal School: σχολή που εκπαιδεύει δασκάλους, διδασκαλείο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

normal 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό normal normaux
θηλυκό normale normales

normal (fr)

  1. κανονικός

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

normal (ro)

  1. κανονικός

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

normal (ro)

  1. κανονικά