αφύσικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀφύσικος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αφύσικος αφύσικη αφύσικο
γενική αφύσικου αφύσικης αφύσικου
αιτιατική αφύσικο αφύσικη αφύσικο
κλητική αφύσικε αφύσικη αφύσικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφύσικοι αφύσικες αφύσικα
γενική αφύσικων αφύσικων αφύσικων
αιτιατική αφύσικους αφύσικες αφύσικα
κλητική αφύσικοι αφύσικες αφύσικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφύσικος < αρχαία ελληνική ἀφύσικος < ἀ- + φυσικός < φύσις < φύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.'fi.si.kos/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αφύσικος, -η, -ο

  1. που δεν είναι συμβατός ή είναι αντίθετος με τους φυσικούς νόμους
  2. που δεν είναι συμβατός ή είναι αντίθετος με τους κοινωνικούς ή άλλους νόμους

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]