φύσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύσις θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φύσις φύσει φύσεις
Γενική φύσεως φυσέοιν φύσεων
Δοτική φύσει φυσέοιν φύσεσι(ν)
Αιτιατική φύσιν φύσει φύσεις
Κλητική φύσι φύσει φύσεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φύσις < φύω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύσις [] θηλυκό

  1. φυσική κατάσταση, φυσική μορφή
  2. ανάστημα, μορφή
     συνώνυμα: φυή
  3. φυσική κλίση ή χαρακτήρας
  4. προέλευση, καταγωγή
  5. γέννηση
  6. (περιληπτικό) όλα τα πλάσματα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]