Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυτόν

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: φύτον, φυτῶν, φυτών

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φῠτόν < πρωτοελληνική *pʰutón < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰh₂utóm < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeh₂u- (μεγαλώνω, γίνομαι, είμαι). Συγγενή: παλαιά ιρλανδικά both (καλύβα)[1]. Κατ᾿ άλλους πρόκειται για ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φυτός[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pʰy.tón/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /pʰyˈton/ (1ος μ.Χ. αιώνας Αιγυπτιακή)
ΔΦΑ : /ɸyˈton/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φῠτόν, -οῦ ουδέτερο

  1. δένδρο, δέντρο
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 14 (Ξ. Διὸς ἀπάτη.), στίχ. 123
    πολλοὶ δὲ φυτῶν ἔσαν ὄρχατοι ἀμφίς
    με πολλά δένδρα ολόγυρα
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
      3ος πκε Θεόκριτος, Εἰδύλλια, 18. Ἑλένης Ἐπιθαλάμιος, 48
    σέβευ μ᾽· Ἑλένας φυτόν εἰμι.
    Ελένης δέντρον είμ᾽ εγώ, προσκύνα με, διαβάτη
    Μετάφραση (1911), Ιωάννης Πολέμης @greeklanguage.gr
  2. (γενικότερα, βιολογία) φυτό
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 3, 401a
    ἔτι δὲ ἡ τῶν σωμάτων φύσις καὶ ἡ τῶν ἄλλων φυτῶν
    ακόμα ως και τα σώματα της φύσεως και τα φυτά
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr
     αντώνυμα: ζῷον
  3. (μεταφορικά, για ανθρώπους) δημιούργημα, πλάσμα
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες, 281 (277-231)
    ἄπιστα μυθεῖσθ᾽, ὦ ξέναι, κλύειν ἐμοί, | ὅπως τόδ᾽ ὑμῖν ἐστιν Ἀργεῖον γένος. | Λιβυστικαῖς γὰρ μᾶλλον ἐμφερέστεραι | γυναιξίν ἐστε κοὐδαμῶς ἐγχωρίαις. | καὶ Νεῖλος ἂν θρέψειε τοιοῦτον φυτόν
    Αυτά που λέτε απίστευτα φαίνουνται, ξένες, | πώς να ᾽ν᾽ εδώ από τ᾽ Άργος η καταγωγή σας· | γιατί πιότερο μοιάζετε σα με γυναίκες | της Αφρικής κι όχι καθόλου μ᾽ απ᾽ τις ντόπιες. | τέτοιο θενά ᾽λεγα φυτό πως θρέφει ο Νείλος
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 231
    πάντων δ᾽ ὅσ᾽ ἔστ᾽ ἔμψυχα καὶ γνώμην ἔχει
    γυναῖκές ἐσμεν ἀθλιώτατον φυτόν·
    Από όλα πάλι τα πλάσματα που έχουν πνοή και λογικό
    οι γυναίκες είμαστε το πιο αξιολύπητο.
    Μετάφραση (2012): Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greeklanguage.gr
  4. (μεταφορικά) απόγονος, παιδί
      3ος πκε Θεόκριτος, Εἰδύλλια, 28. Ἀλακάτα, 7
    τυίδε γὰρ πλόον εὐάνεμον αἰτήμεθα πὰρ Δίος, | ὄππως ξέννον ἔμον τέρψομ᾽ ἴδων κἀντιφιληθέω, | Νικίαν, Χαρίτων ἰμεροφώνων ἴερον φύτον
    Εκεί θα πάμε, κι ο θεός καλό ταξίδι ας δώσει, | το φίλο το Νικία μου να δω και να φιλήσω, | που οι χάριτες γλυκόφωνες τον έχουν αναθρέψει
    Μετάφραση (1911), Ιωάννης Πολέμης @greeklanguage.gr
    ΣτΕ: παροξύτονη μορφή φύτον, όπως στο αρχικό κείμενο.
     συνώνυμα: ἔρνος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως ενδεικτικά:

Παράγωγα[1]

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

φυτόν

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του φυτός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φυτός

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.