πλάσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλάσμα τα πλάσματα
      γενική του πλάσματος των πλασμάτων
    αιτιατική το πλάσμα τα πλάσματα
     κλητική πλάσμα πλάσματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλάσμα < αρχαία ελληνική πλάσμα < πλάσσω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpla.zma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλάσμα ουδέτερο

  1. ον, ζωντανός οργανισμός
  2. δημιούργημα
    πλάσμα της φαντασίας
  3. πολύ όμορφη γυναίκα
  4. (φυσική) κατάσταση της ύλης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]