Μετάβαση στο περιεχόμενο

φύω

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: Τα παραδείγματα για μετοχές και απαρέμφατα, θα μεταφερθούν στα λήμματά τους. Λείπουν τα στοιχεία παραδειγμάτων. Sarri.greek  | 08:26, 5 Νοεμβρίου 2022 (UTC).


Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  φύω   φύομαι 
Παρατατικός  ἔφυον   ἐφυόμην 
Μέλλοντας  φύσω   φύσομαι 
Αόριστος  ἔφυσα   ἔφυν 
Παρακείμενος  πέφυκα 
Υπερσυντέλικος  ἐπεφύκειν 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰuH- (φαίνομαι, ανατέλλω, γίνομαι).
Συγγενές με τα αρμενικά բոյս ( boys, φυτό), σανσκριτικά भवति (bhavati, γίνομαι), λατινικά fui (έγινα, υπήρξα), futurus, αγγλοσαξονικά beon (αγγλικά be), αλβανικά bëj

φύω (παθητική φωνή: φύομαι)

  1. ( + αιτιατική ή με δοτική και αιτιατική ή και αμετάβατο) παράγω, γεννώ, κάνω να φυτρώσει, βγάζω γένια, μουστάκια, τρίχες
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 10, 621a
    ὅσα γῆ φύει
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 9 (Καλλιόπη), 122
    καρπόν τε θωμαστὸν φύειν καὶ ἄνδρας ἀγαθούς (η χώρα)
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 683
    θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις φρένας
    οι θεοί φυτεύουν στον άνθρωπο το νου
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 6 (Ζ. Ἕκτορος καὶ Ἀνδρομάχης ὁμιλία.), στίχ. 149
    ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φύει ἡ δ᾽ ἀπολήγει (άλλη γενιά αφήνει απογόνους και άλλη τελειώνει)
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 104.1
    ἡ ἱρείη αὐτόθι φύει πώγωνα μέγαν...
    η ιέρεια βγάζει γένεια... όταν πρόκειται να τους βρει κακό
  2. (μεταφορικά) φέρνω στο φως
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Αἴας, στίχ. 647
    χρόνος φύει τ᾽ ἄδηλα καὶ φανέντα κρύπτεται
  3. (παθητική φωνή)
    1. (για τα φυτά, τα ζώα και τις τρίχες) φυτρώνω, φύομαι
        6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Ὀλυμπιονίκαιςw, ΨΑΥΜΙΔΙ ΚΑΜΑΡΙΝΑΙΩΙ ΑΡΜΑΤΙ, 26
      φύονται δὲ καὶ νέοις ἐν ἀνδράσιν πολιαὶ (τρίχες)
        5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, Δ, 3.5
      πεφυκότα δένδρα
      τα δέντρα που υπάρχουν, έχουν φυτρώσει εκεί
        4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, Περὶ τοῦ στεφάνου (Ὑπὲρ Κτησιφῶντος), 159
      σπέρμα παρασχών, οὗτος τῶν φύντων αἴτιος [κακῶν]
      αυτός έσπυρε και φταίει για τα κακά που φύτρωσαν
    2. (για ανθρώπους) γεννῶμαι
    3. (μεταφορικά) που προκύπτει, γεννιέται
      παράδειγμα  μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον (καλύτερα να μη γεννιέται κανείς)
  4. (στον αόριστο ἔφυν, και παρακέιμενο πέφυκα ως συνδετικά ρήματα + απαρέμφατο) είμαι, γεννήθηκα
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 1224
    εἰ μὴ κακὸς πέφυκα
    εκτός και αν είμαι ανάξιος, κακός, αν γεννήθηκα κακός
      5ος/4ος πκε αιώνας Λυσίας, Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (αμφίβολο)w, 29
    τὰ φύσει πεφυκότα
    όπως είναι φυσικό να γίνεται
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Φιλοκτήτης, στίχ. 79
    φύσει μὴ πεφυκότα τοιαῦτα φωνεῖν (από τη φύση σου ξέρω ότι δεν μπορείς αυτά να τα πεις)
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, Α, 1.3
    ἄνθρωπος πεφυκώς
    σαν άνθρωπος που είναι
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 79
    δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος
    αυτό δεν είναι στη φύση μου να το κάνω
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 928
    γυνὴ ἐπὶ δακρύοις ἔφυ (η γυναίκα από τη φύση της είναι επιρρεπής στα δάκρυα)
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἠλέκτρα, στίχ. 860
    πᾶσι θνατοῖς ἔφυ μόρος (ο θάνατος είναι για όλους ή η φύση ορίζει ότι ο θάνατος είναι η μοίρα όλων των θνητών)
  5. (μετοχή αορίστου) φύσας (ο πατέρας)
  6. (μετοχή αορίστου) φύσαντες (οι γονείς)
  7. (μετοχή αορίστου β') φύς (ο γιος)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
Ενεργητική φωνή:
φύειν (απαρ. ενεστώτα) και φῦσαι (απαρ. αορ)
φύων-ουσα-ον (μτχ. ενεστώτα) και φύσας-ασα-αν (μτχ. αορ)
Μέση φωνή:
φύεσθαι (απαρ. ενεστώτα), φύσεσθαι (απαρ. μελλ), φῦναι (απαρ. αορ) και πεφυκέναι (απαρ. παρκ.)
φυόμενος-η-ον (μτχ. ενεστώτα), φυσόμενος-η-ον (μτχ. μελλ), φύς-φῦσα-φύν (μτχ. αορ) και πεφυκώς-υῖα-ός (μτχ. παρκ)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]