φύω
Εμφάνιση
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | φύω | φύομαι |
| Παρατατικός | ἔφυον | ἐφυόμην |
| Μέλλοντας | φύσω | φύσομαι |
| Αόριστος | ἔφυσα | ἔφυν |
| Παρακείμενος | πέφυκα | |
| Υπερσυντέλικος | ἐπεφύκειν | |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]φύω (παθητική φωνή: φύομαι)
- ( + αιτιατική ή με δοτική και αιτιατική ή και αμετάβατο) παράγω, γεννώ, κάνω να φυτρώσει, βγάζω γένια, μουστάκια, τρίχες
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 10, 621a
- ὅσα γῆ φύει
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 9 (Καλλιόπη), 122
- καρπόν τε θωμαστὸν φύειν καὶ ἄνδρας ἀγαθούς (η χώρα)
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 683
- θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις φρένας
- οι θεοί φυτεύουν στον άνθρωπο το νου
- θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις φρένας
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 6 (Ζ. Ἕκτορος καὶ Ἀνδρομάχης ὁμιλία.), στίχ. 149
- ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φύει ἡ δ᾽ ἀπολήγει (άλλη γενιά αφήνει απογόνους και άλλη τελειώνει)
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 104.1
- ἡ ἱρείη αὐτόθι φύει πώγωνα μέγαν...
- η ιέρεια βγάζει γένεια... όταν πρόκειται να τους βρει κακό
- ἡ ἱρείη αὐτόθι φύει πώγωνα μέγαν...
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 10, 621a
- (μεταφορικά) φέρνω στο φως
- (παθητική φωνή)
- (για τα φυτά, τα ζώα και τις τρίχες) φυτρώνω, φύομαι
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Πίνδαροςw, Ὀλυμπιονίκαιςw, ΨΑΥΜΙΔΙ ΚΑΜΑΡΙΝΑΙΩΙ ΑΡΜΑΤΙ, 26
- φύονται δὲ καὶ νέοις ἐν ἀνδράσιν πολιαὶ (τρίχες)
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, Δ, 3.5
- πεφυκότα δένδρα
- τα δέντρα που υπάρχουν, έχουν φυτρώσει εκεί
- πεφυκότα δένδρα
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης, Περὶ τοῦ στεφάνου (Ὑπὲρ Κτησιφῶντος), 159
- σπέρμα παρασχών, οὗτος τῶν φύντων αἴτιος [κακῶν]
- αυτός έσπυρε και φταίει για τα κακά που φύτρωσαν
- σπέρμα παρασχών, οὗτος τῶν φύντων αἴτιος [κακῶν]
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Πίνδαροςw, Ὀλυμπιονίκαιςw, ΨΑΥΜΙΔΙ ΚΑΜΑΡΙΝΑΙΩΙ ΑΡΜΑΤΙ, 26
- (για ανθρώπους) γεννῶμαι
- (μεταφορικά) που προκύπτει, γεννιέται
μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον (καλύτερα να μη γεννιέται κανείς)
- (για τα φυτά, τα ζώα και τις τρίχες) φυτρώνω, φύομαι
- (στον αόριστο ἔφυν, και παρακέιμενο πέφυκα ως συνδετικά ρήματα + απαρέμφατο) είμαι, γεννήθηκα
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 1224
- εἰ μὴ κακὸς πέφυκα
- εκτός και αν είμαι ανάξιος, κακός, αν γεννήθηκα κακός
- εἰ μὴ κακὸς πέφυκα
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Λυσίας, Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (αμφίβολο)w, 29
- τὰ φύσει πεφυκότα
- όπως είναι φυσικό να γίνεται
- τὰ φύσει πεφυκότα
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Φιλοκτήτης, στίχ. 79
- φύσει μὴ πεφυκότα τοιαῦτα φωνεῖν (από τη φύση σου ξέρω ότι δεν μπορείς αυτά να τα πεις)
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, Α, 1.3
- ἄνθρωπος πεφυκώς
- σαν άνθρωπος που είναι
- ἄνθρωπος πεφυκώς
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 79
- δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος
- αυτό δεν είναι στη φύση μου να το κάνω
- δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 928
- γυνὴ ἐπὶ δακρύοις ἔφυ (η γυναίκα από τη φύση της είναι επιρρεπής στα δάκρυα)
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Ἠλέκτρα, στίχ. 860
- πᾶσι θνατοῖς ἔφυ μόρος (ο θάνατος είναι για όλους ή η φύση ορίζει ότι ο θάνατος είναι η μοίρα όλων των θνητών)
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 1224
- (μετοχή αορίστου) φύσας (ο πατέρας)
- (μετοχή αορίστου) φύσαντες (οι γονείς)
- (μετοχή αορίστου β') φύς (ο γιος)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ἁλιεὺς πληγεὶς νοῦν φύσει (παροιμία: ο ναυτικός/ψαράς που πλήττεται, βάζει μυαλό)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Λέξεις φύω @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
- Λέξεις φύομαι @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Ενεργητική φωνή:
- Μέση φωνή:
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φύω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φύω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Σελίδες για μορφοποίηση (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πίνδαρο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Δημοσθένη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Λυσία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)