τίκτω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τίκτω < πρωτοελληνική *tíktō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tí-tḱ-e-ti < *teḱ- (τίκτω, γεννώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τίκτω

  1. φέρνω στον κόσμο, γεννώ
    "Σήμερον η Παρθένος τίκτει..." (Θ΄ Ωδή Χριστουγέννων)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]