εκκολάπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐκκολάπτω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκολάπτω < αρχαία ελληνική ἐκκολάπτω < ἐκ + κολάπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *qolə (τρυπώ, σκάβω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.kɔ.ˈla.ptɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκκολάπτω (παθητική φωνή: εκκολάπτομαι)

  1. συμβάλλω στην ανάπτυξη ενός πτηνού μέσα στο αβγό του και στην εν καιρώ έξοδό του απ’ αυτό
  2. (μεταφορικά) συμβάλλω στη σύλληψη, διαμόρφωση και ανάπτυξη μιας ιδέας ή κάποιου πράγματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]