εκκόλαψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκκόλαψη εκκολάψεις
γενική εκκόλαψης
& εκκολάψεως
εκκολάψεων
αιτιατική εκκόλαψη εκκολάψεις
κλητική εκκόλαψη εκκολάψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκόλαψη < (λόγιο) < αρχαία ελληνική ἐκκόλαψις (ἐκκόλαπ(σις) + -ση, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική incubation[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκκόλαψη θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) το τελικό στάδιο προς τη γέννηση κάθε νεοσσού, που συμβαίνει μέσα σ' ένα αβγό. Ενώ πρόκειται για μία φυσική διαδικασία που έχει ξεκινήσει ήδη από πολύ νωρίς στο εσωτερικό για τον νεοσσό, στο ανθρώπινο μάτι γίνεται συνήθως αντιληπτή με το πρώτο ράγισμα στο κέλυφος.
    Τη στιγμή που ο μικρός νεοσσός θα απαλλαχτεί τελείως από το κέλυφος, τότε η διαδικασία της εκκόλαψής του ολοκληρώνεται με την έξοδό του από αυτό και την εμφάνισή του στη ζωή.
  2. (μεταφορικά) η «ωρίμαση» ή η «εμφάνιση» (θετικά ή αρνητικά)
    η εκκόλαψη των Αμερικανών αστροναυτών γίνεται σχεδόν πάντα στη NASA
    η εκκόλαψη του Εφιάλτη έφερε τον εξολοθρευμό των γενναίων Σπαρτιατών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. εκκόλαψη στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.