Μετάβαση στο περιεχόμενο

κέλυφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κέλυφος τα κελύφη
      γενική του κελύφους των κελυφών
    αιτιατική το κέλυφος τα κελύφη
     κλητική κέλυφος κελύφη
Κατηγορία όπως «έδαφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κέλυφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κέλυφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κέλυφος ουδέτερο

  1. το σκληρό περίβλημα
    1. ενός μαλακίου ή άλλου ασπόνδυλου ζώου
       συνώνυμα: όστρακο, κοχύλι
    2. του αβγού ή ενός ξηρού καρπού
       συνώνυμα: τσόφλι
  2. (πληροφορική) το λογισμικό που επιτρέπει την διεπαφή χρήστη-υπολογιστή, το οποίο είναι γραφικό (GUI) ή γραμμής εντολής (CLI)
    Συνήθως αναφέρεται σε κέλυφος λειτουργικού συστήματος, αλλά μπορεί να αναφέρεται και σε οποιοδήποτε λογισμικό λαμβάνει εντολές από τον χρήστη
    Ετυμολογικά μοιάζει με το κέλυφος ζωντανού οργανισμού στο ότι καλύπτει ένα πρόγραμμα όπως τον πυρήνα του λειτουργικού συστήματος από τον χρήστη
  3. (οικοδομική) η εξωτερική επιφάνεια ενός κτηρίου ή άλλου τεχνικού έργου

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κέλυφος τὰ κελύφη
& κελύφε
      γενική τοῦ κελύφους
& κελύφεος
τῶν κελυφῶν
& κελυφέων
      δοτική τῷ κελύφει
& κελύφεῐ̈
τοῖς κελύφεσ(ν)
    αιτιατική τὸ κέλυφος τὰ κελύφη
& κελύφεα
     κλητική ! κέλυφος κελύφη
& κελύφεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κελύφει & κελύφεε
γεν-δοτ τοῖν  κελυφοῖν & κελυφέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'στέλεχος' όπως «στέλεχος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κέλυφος < καλύπτω + προελληνική κατάληξη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κέλυφος ουδέτερο

  1. (βοτανική) (για καρπούς) φλοιός
  2. (ζωολογία)
    1. (για ζώα) θήκη
    2. (για ψάρια) η μεμβράνη που περιέχει τα αβγά
    3. (για έντομα) η θήκη που περιέχει τη χρυσαλλίδα
    4. το όστρακο των μαλακοστράκων
  3. (ανατομία) η κοιλότητα του ματιού
  4. (μεταφορικά) οι γηρασμένοι δικαστές
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, στίχ. 545
    σκωπτόμενοι δ᾽ ἐν ταῖς ὁδοῖς | θαλλοφόροι καλούμεθ᾽, ἀντωμοσιῶν | κελύφη.

Παράγωγα

[επεξεργασία]