κέλυφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κέλυφος | τα | κελύφη |
| γενική | του | κελύφους | των | κελυφών |
| αιτιατική | το | κέλυφος | τα | κελύφη |
| κλητική | κέλυφος | κελύφη | ||
| Κατηγορία όπως «έδαφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κέλυφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κέλυφος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κέλυφος ουδέτερο
- το σκληρό περίβλημα
- (πληροφορική) το λογισμικό που επιτρέπει την διεπαφή χρήστη-υπολογιστή, το οποίο είναι γραφικό (GUI) ή γραμμής εντολής (CLI)
- Συνήθως αναφέρεται σε κέλυφος λειτουργικού συστήματος, αλλά μπορεί να αναφέρεται και σε οποιοδήποτε λογισμικό λαμβάνει εντολές από τον χρήστη
- Ετυμολογικά μοιάζει με το κέλυφος ζωντανού οργανισμού στο ότι καλύπτει ένα πρόγραμμα όπως τον πυρήνα του λειτουργικού συστήματος από τον χρήστη
- (οικοδομική) η εξωτερική επιφάνεια ενός κτηρίου ή άλλου τεχνικού έργου
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | κέλυφος | τὰ | κελύφη & κελύφεᾰ |
| γενική | τοῦ | κελύφους & κελύφεος |
τῶν | κελυφῶν & κελυφέων |
| δοτική | τῷ | κελύφει & κελύφεῐ̈ |
τοῖς | κελύφεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | κέλυφος | τὰ | κελύφη & κελύφεα |
| κλητική ὦ! | κέλυφος | κελύφη & κελύφεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κελύφει & κελύφεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κελυφοῖν & κελυφέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'στέλεχος' όπως «στέλεχος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κέλυφος < καλύπτω + προελληνική κατάληξη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κέλυφος ουδέτερο
- (βοτανική) (για καρπούς) φλοιός
- (ζωολογία)
- (για ζώα) θήκη
- (για ψάρια) η μεμβράνη που περιέχει τα αβγά
- (για έντομα) η θήκη που περιέχει τη χρυσαλλίδα
- το όστρακο των μαλακοστράκων
- (ανατομία) η κοιλότητα του ματιού
- (μεταφορικά) οι γηρασμένοι δικαστές
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, στίχ. 545
- σκωπτόμενοι δ᾽ ἐν ταῖς ὁδοῖς | θαλλοφόροι καλούμεθ᾽, ἀντωμοσιῶν | κελύφη.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, στίχ. 545
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κέλυφος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'έδαφος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Οικοδομική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'στέλεχος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'στέλεχος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Βοτανική (αρχαία ελληνικά)
- Ζωολογία (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)