hatch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hatch (en)

  1. καταπακτή
  2. εκκόλαψη
    • ομάδα εκκολαπτόμενων (ζώων, επιστημόνων, μαθητών, αθλητών κτλ.)
  3. μηχανορραφία

Ρήμα[επεξεργασία]

hatch (en)

  1. εκκολάπτομαι, εκκολάπτω
  2. μηχανεύομαι, μηχανορραφώ
  3. γραμμοσκιάζω, δημιουργώ σκιές σε σχέδιο σχεδιάζοντας πολλές παράλληλες γραμμές (είτε απολύτως παράλληλες είτε πρόχειρα με το χέρι), σχεδιάζω γραμμωμένη-γραμμωτή σκιά