hatch

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hatch (en)

  1. καταπακτή
  2. εκκόλαψη
    • ομάδα εκκολαπτόμενων (ζώων, επιστημόνων, μαθητών, αθλητών κτλ.)
  3. μηχανορραφία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

hatch (en)

  1. εκκολάπτομαι, εκκολάπτω
  2. μηχανεύομαι, μηχανορραφώ
  3. γραμμοσκιάζω, δημιουργώ σκιές σε σχέδιο σχεδιάζοντας πολλές παράλληλες γραμμές (είτε απολύτως παράλληλες είτε πρόχειρα με το χέρι), σχεδιάζω γραμμωμένη-γραμμωτή σκιά