εκκολαπτόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκκολαπτόμενος εκκολαπτόμενη εκκολαπτόμενο
γενική εκκολαπτόμενου εκκολαπτόμενης εκκολαπτόμενου
αιτιατική εκκολαπτόμενο εκκολαπτόμενη εκκολαπτόμενο
κλητική εκκολαπτόμενε εκκολαπτόμενη εκκολαπτόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκκολαπτόμενοι εκκολαπτόμενες εκκολαπτόμενα
γενική εκκολαπτόμενων εκκολαπτόμενων εκκολαπτόμενων
αιτιατική εκκολαπτόμενους εκκολαπτόμενες εκκολαπτόμενα
κλητική εκκολαπτόμενοι εκκολαπτόμενες εκκολαπτόμενα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.kɔ.la.ˈptɔ.mε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εκκολαπτόμενος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εκκολάπτω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]