Μετάβαση στο περιεχόμενο

τέκτων

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τέκτων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέκτων (ξυλουργός, τεχνίτης)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈte.kton/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τέκτων αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τέκτων < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *téktōn < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tetḱō < ρίζα **tetḱ- (παράγω, δημιουργώ) [1]
Συγγενή: ήδη μυκηναϊκή 𐀳𐀒𐀵𐀚 (te-ko-to-ne, τέκτονες)[2]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τέκτων αρσενικό

  1. (επάγγελμα) ξυλουργός
      πράττουσι χειροτέχναις ὑπηρετοῦντες χαλκοτύποι τε καὶ τέκτονες καὶ λιθουργοί (Dionysi Halicarnasensis Antiquitatum Romanarum quae supersunt, vol. 1-4, Adolf Kiessling, 1860, σελ. 64, ΧΧΧΧΙΙΙΙ 33-34, 752-753)
  2. (επάγγελμα) τεχνίτης
  3. (επάγγελμα) δόκιμος τεχνίτης
  4. (επάγγελμα) δημιουργός

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. wikt:en:Reconstruction:Proto-Indo-European/tetḱ-
  2. τέκτονας - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.