μασόνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μασόνος μασόνοι
γενική μασόνου μασόνων
αιτιατική μασόνο μασόνους
κλητική μασόνε μασόνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μασόνος < ιταλική masson

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μασόνος αρσενικό

  • το μέλος μιας μασονικής στοάς
  • θύμα θεωρίας συνωμοσίας
  • (μεταφορικά) εκμεταλλευτής εξουσίας, προδότης


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]