μασονισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μασονισμός
γενική μασονισμού
αιτιατική μασονισμό
κλητική μασονισμέ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μασονισμός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική franc-maçonisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Μασονικό σύμβολο.

μασονισμός αρσενικό

  • παγκόσμια μυστική αδελφότητα της οποίας τα μέλη ανήκουν σε κατά τόπους τεκτονικές Στοές, έχουν κοινές ηθικές και μεταφυσικές απόψεις και αλληλοϋποστηρίζονται

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]