sum

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

sum < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *h₁ésmi (είμαι). Συγγενή: (αρχαία ελληνική ) εἰμί και (σανσκριτικά) अस्मि (ásmi)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sum/
audio 

Ρήμα[επεξεργασία]

sum (la)

  1. είμαι
  2. υπάρχω

Κλίση[επεξεργασία]



Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sum (en)

  1. (μαθηματικά) το άθροισμα
  2. ένα μαθηματικό πρόβλημα που δίνεται προς λύση σε ένα μαθητή
  3. ένα χρηματικό ποσό
    a sum of money
  4. η κεντρική ιδέα
  5. η σύνοψη ενός κειμένου

Ρήμα[επεξεργασία]

sum (en)

  1. αθροίζω
  2. συνοψίζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. add
  2. summarize