sum

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

sum < (ινδοευρωπαϊκή ρίζα) *h₁ésmi (είμαι). Συγγενή: (αρχαία ελληνική) εἰμί και (σανσκριτικά) अस्मि (ásmi)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sum/
audio 

Ρήμα[επεξεργασία]

sum (la)

  1. είμαι
  2. υπάρχω

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sum (en)

  1. (μαθηματικά) το άθροισμα
    1. ένα μαθηματικό πρόβλημα που δίνεται προς λύση σε ένα μαθητή
    2. ένα χρηματικό ποσό
      a sum of money
  2. η κεντρική ιδέα
  3. η σύνοψη ενός κειμένου

Ρήμα[επεξεργασία]

sum (en)

  1. αθροίζω
  2. συνοψίζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. add
  2. summarize