άθροισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άθροισμα αθροίσματα
γενική αθροίσματος αθροισμάτων
αιτιατική άθροισμα αθροίσματα
κλητική άθροισμα αθροίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άθροισμα < αθροίζω < αθρόος (: άφθονος, μαζικός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άθροισμα ουδέτερο

  • το αποτέλεσμα της μαθηματικής πράξης, κατά την οποία προστίθενται δύο ή περισσότεροι αριθμοί, μεγέθη, ποσότητες, διανύσματα κλπ
το 10 είναι το άθροισμα του 6 και του 4
  • το αποτέλεσμα που προκύπτει, όταν προσθέτομε μετρήσιμα στοιχεία σε καταμέτρηση
το άθροισμα των ψήφων
  • το σύνολο των στοιχείων που συνδέονται εξωτερικά, χωρίς να χάνει το καθένα την αυτονομία και την ατομικότητά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]