αθροίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθροίζω < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική sum (αρχαία ελληνική ἀθροίζω: συγκεντρώνω, μαζεύω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αθροίζω

  1. εκτελώ τη μαθηματική πράξη της πρόσθεσης και υπολογίζω το άθροισμα δύο ή περισσότερων ποσών
  2. (μεταφορικά) συγκεντρώνω έναν αριθμό στοιχείων σε ένα σύνολο
    είναι καιρός να αθροίσουμε τις πολυδιασπασμένες δυνάμεις του χώρου μας και να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]