γόνιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γόνιμος γόνιμη γόνιμο
γενική γόνιμου γόνιμης γόνιμου
αιτιατική γόνιμο γόνιμη γόνιμο
κλητική γόνιμε γόνιμη γόνιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γόνιμοι γόνιμες γόνιμα
γενική γόνιμων γόνιμων γόνιμων
αιτιατική γόνιμους γόνιμες γόνιμα
κλητική γόνιμοι γόνιμες γόνιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γόνιμος < αρχαία ελληνική γόνιμος < γίγνομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γόνιμος, -η, -ο

  1. που μπορεί να αποκτήσει απογόνους
  2. (συνεκδοχικά) που μπορεί διαρκώς να παράγει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παραγωγικός, εύφορος
  3. (μεταφορικά) που μπορεί να αποδώσει, να φέρει αποτελέσματα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποδοτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]