connection
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| connection | connections |
connection (en)
- η σύνδεση, η σχέση, κάτι που συνδέει δύο γεγονότα, ιδέες κτλ.
How did you make the connection?
- Πώς έκανες τη σύνδεση;/Πώς το συνέδεσες αυτό;
Scientists have established a connection between cholesterol levels and heart disease.
- Οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει σύνδεση μεταξύ των επιπέδων χοληστερόλης και των καρδιοπαθειών.
His resignation must have some connection with the recent scandal.
- Η παραίτησή του πρέπει να έχει κάποια σχέση με το πρόσφατο σκάνδαλο.
Consumers are more likely to buy something from a person or shop they feel a personal connection to.
- Οι καταναλωτές είναι πιο πιθανό να αγοράσουν κάτι από ένα άτομο ή ένα κατάστημα με το οποίο νιώθουν προσωπική σχέση.
His business has direct/close/strong connections with the government.
- Η επιχείρησή του έχει άμεσες/στενές/ισχυρές διασυνδέσεις με την κυβέρνηση.
- ≈ συνώνυμα: link, → και δείτε τη λέξη relation
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η σύνδεση, η πράξη ή η κατάσταση του συνδέω
I’m having problems with my internet connection.
- Έχω προβλήματα με τη σύνδεση στο ίντερνετ.
Connection to the gas supply was delayed for three days.
- Η σύνδεση με την παροχή φυσικού αερίου καθυστέρησε για τρεις ημέρες.
- ≠ αντώνυμα: disconnection
- η σύνδεση, το σημείο, ιδίως σε ένα ηλεκτρικό σύστημα, όπου συνδέονται δύο μέρη
A faulty connection caused the machine to stop functioning.
- Μια ελαττωματική σύνδεση προκάλεσε τη διακοπή λειτουργίας του μηχανήματος.
If you break the connection, the light won’t come on.
- Αν διακόψεις τη σύνδεση, το φως δεν θα ανάψει.
- η ανταπόκριση, η αλλαγή μέσου με συντονισμένο δρομολόγιο
The train has a connection in Larissa for Thessaloniki.
- Το τρένο έχει ανταπόκριση στη Λάρισα για Θεσσαλονίκη.
We missed the connection because of a delay.
- Χάσαμε την ανταπόκριση λόγω καθυστέρησης.
You get to Patras with one connection.
- Με μία ανταπόκριση φτάνεις στην Πάτρα.
- → και δείτε τη λέξη transfer
- (συνήθως πληθυντικός) η επαφή, άτομο ή οργανισμός που γνωρίζω και που μπορεί να με βοηθήσει ή να μου δώσει συμβουλές στην κοινωνική ή επαγγελματική μου ζωή