Μετάβαση στο περιεχόμενο

connection

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kəˈnɛkʃən/ (βρετανικό)
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
connection connections

connection (en)

  1. η σύνδεση, η σχέση, κάτι που συνδέει δύο γεγονότα, ιδέες κτλ.
    παράδειγμα  How did you make the connection?
    Πώς έκανες τη σύνδεση;/Πώς το συνέδεσες αυτό;
    παράδειγμα  Scientists have established a connection between cholesterol levels and heart disease.
    Οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει σύνδεση μεταξύ των επιπέδων χοληστερόλης και των καρδιοπαθειών.
    παράδειγμα  His resignation must have some connection with the recent scandal.
    Η παραίτησή του πρέπει να έχει κάποια σχέση με το πρόσφατο σκάνδαλο.
    παράδειγμα  Consumers are more likely to buy something from a person or shop they feel a personal connection to.
    Οι καταναλωτές είναι πιο πιθανό να αγοράσουν κάτι από ένα άτομο ή ένα κατάστημα με το οποίο νιώθουν προσωπική σχέση.
    παράδειγμα  His business has direct/close/strong connections with the government.
    Η επιχείρησή του έχει άμεσες/στενές/ισχυρές διασυνδέσεις με την κυβέρνηση.
     συνώνυμα: link,  και δείτε τη λέξη relation
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η σύνδεση, η πράξη ή η κατάσταση του συνδέω
    παράδειγμα  I’m having problems with my internet connection.
    Έχω προβλήματα με τη σύνδεση στο ίντερνετ.
    παράδειγμα  Connection to the gas supply was delayed for three days.
    Η σύνδεση με την παροχή φυσικού αερίου καθυστέρησε για τρεις ημέρες.
     αντώνυμα: disconnection
  3. η σύνδεση, το σημείο, ιδίως σε ένα ηλεκτρικό σύστημα, όπου συνδέονται δύο μέρη
    παράδειγμα  A faulty connection caused the machine to stop functioning.
    Μια ελαττωματική σύνδεση προκάλεσε τη διακοπή λειτουργίας του μηχανήματος.
    παράδειγμα  If you break the connection, the light won’t come on.
    Αν διακόψεις τη σύνδεση, το φως δεν θα ανάψει.
  4. η ανταπόκριση, η αλλαγή μέσου με συντονισμένο δρομολόγιο
    παράδειγμα  The train has a connection in Larissa for Thessaloniki.
    Το τρένο έχει ανταπόκριση στη Λάρισα για Θεσσαλονίκη.
    παράδειγμα  We missed the connection because of a delay.
    Χάσαμε την ανταπόκριση λόγω καθυστέρησης.
    παράδειγμα  You get to Patras with one connection.
    Με μία ανταπόκριση φτάνεις στην Πάτρα.
     και δείτε τη λέξη transfer
  5. (συνήθως πληθυντικός) η επαφή, άτομο ή οργανισμός που γνωρίζω και που μπορεί να με βοηθήσει ή να μου δώσει συμβουλές στην κοινωνική ή επαγγελματική μου ζωή
    παράδειγμα  One of my business connections gave them my name.
    Μία από τις επαγγελματικές μου επαφές τους έδωσε το όνομά μου.
     συνώνυμα: contact

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]