nexus

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nexus (en)

  1. σύνδεση



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

nexus (μετοχή) = μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος nectō
nexus (ουσιαστικό) < nectō

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈnek.sus/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

nexus (la), -a, -um

  1. (μ)πλεγμένος
  2. δεμένος
  3. δεσμευμένος
  4. συνημμένος

Κλίση[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική nexus nexa nexum nexī nexae nexa
γενική nexī nexae nexī nexōrum nexārum nexōrum
δοτική nexō nexae nexō nexīs nexīs nexīs
αιτιατική nexum nexam nexum nexōs nexās nexa
κλητική nexe nexa nexum nexī nexae nexa
αφαιρετική nexō nexā nexō nexīs nexīs nexīs
(Επίθετα) (Μετοχές) (Αντωνυμίες) (Γερουνδιακά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nexus (la), -us

  1. πλοκή
  2. εμπλοκή
  3. συμπλοκή
  4. περιπλοκή
  5. δεσμός, συνάφεια, σύναψη, σύνδεση
  6. δέσμευση
  7. νομική υποχρέωση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική nexus nexūs
γενική nexūs nexuum
δοτική nexuī nexibus
αιτιατική nexum nexūs
κλητική nexus nexūs
αφαιρετική nexū nexibus
(δ' κλίση)