αρθρώσεις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αρθρώσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
  2. θα αρθρώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρθρώνω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

αρθρώσεις θηλυκό

  1. άρθρωση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού