κλείδωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κλείδωμα, κλείδωσις

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλείδωση κλειδώσεις
γενική κλείδωσης
& κλειδώσεως
κλειδώσεων
αιτιατική κλείδωση κλειδώσεις
κλητική κλείδωση κλειδώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλείδωση < μεσαιωνική ελληνική κλείδωσις < ελληνιστική κοινή κλείδωσις < κλειδόω / κλειδῶ < αρχαία ελληνική κλείς < πρωτοελληνική *klāwī́ds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkli.ðɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλείδωση θηλυκό

  1. (ανατομία) η άρθρωση των οστών
  2. η σύνδεση, το σημείο στο οποίο συνδέονται δύο ή περισσότερα πράγματα
  3. κλείδωμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]