κομπάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομπάζω < αρχαία ελληνική κομπάζω < κομπέω < κόμπος

Ρήμα[επεξεργασία]

κομπάζω

Καυχιέται κάποιος για τον εαυτό του

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]