κομπολόι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομπολόι κομπολόια
γενική κομπολοιού κομπολοιών
αιτιατική κομπολόι κομπολόια
κλητική κομπολόι κομπολόια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομπολόι < μεσαιωνική ελληνική κομπολόγι < κόμπος + -ο- + λόγος +

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομπολόι ουδέτερο

  • αντικείμενο που χρησιμοποιείται για την απασχόληση των χεριών, αποτελούμενο από χάντρες διάφορων υλικών (ξύλου, ηλέκτρου, κ.α.) σε σχοινί με τις άκρες δεμένες μαζί· η αργή μετακίνηση των χαντρών και ο χαρακτηριστικός ήχος που κάνουν οι χάντρες χτυπώντας η μία την άλλη δημιουργούν ευχαρίστηση και ηρεμία στον παίκτη του

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]