ράγα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Arrows blue.png Δείτε επίσης : ῥώξ
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράγα ράγες
γενική ράγας ραγών
αιτιατική ράγα ράγες
κλητική ράγα ράγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράγα < ιων. ῥάξ <ῥαγός,< ρώγα ή ρόγα, ῥαγίζω, μαζεύω σταφύλια.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράγα θηλυκό

  1. ρώγα σταφυλιού
  2. σιδηροδοκός οδηγός επί του οποίου ή δια του οποίου κινείται κάποιο μέσον
    • ράγες σιδηροδρομικές
    • ράγες ασανσέρ
  3. μεταλλικός οδηγός επί του οποίου στερεώνονται αντικείμενα
  4. είδος δηλητηριώδους αράχνης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]