ράγα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ῥώξ
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράγα ράγες
γενική ράγας ραγών
αιτιατική ράγα ράγες
κλητική ράγα ράγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράγα < ιων. ῥάξ <ῥαγός,< ρώγα ή ρόγα, ῥαγίζω, μαζεύω σταφύλια.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράγα θηλυκό, ρόγα σταφυλιού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

  • (τεχνολογία): σιδηροδοκός οδηγός, επί της οποίας ή δια της οποίας κινείται κάποιο μέσον
  • ράγες σιδηροδρομικές, ράγες ασανσέρ
  • οι σιδερένιες γραμμές του τρένου
  • είδος δηλητηριώδους αράχνης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]