Μετάβαση στο περιεχόμενο

rail

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rail rails

rail (en)

  1. το κάγκελο, ξύλινη ή μεταλλική ράβδος που τοποθετείται γύρω από κάτι ως φράγμα ή για υποστήριξη
    παράδειγμα  The garden rails/railing began to rust.
    Τα κάγκελα του κήπου άρχισαν να σκουριάζουν.
    παράδειγμα  Some rails are missing from the railing.
    Από το κιγκλίδωμα λείπουν μερικά κάγκελα.
    παράδειγμα  The baby needs a children’s bed with rails.
    Το μωρό χρειάζεται ένα παιδικό κρεβάτι με κάγκελα.
    συγκρίνετε με το railing
  2. η βέργα, η ράγα στερεωμένη στον τοίχο για κρέμασμα
    παράδειγμα  a towel rail - βέργα για τις πετσέτες
    παράδειγμα  a curtain rail - κουρτινόβεργα/κουρτινόξυλο
    παράδειγμα  a bathroom towel rail - ράγα μπάνιου με πετσέτες
     συνώνυμα: rod
  3. (συνήθως πληθυντικός) οι σιδερένιες ράγες, οι σιδηροτροχιές, οι γραμμές ενός τρένου
    παράδειγμα  The tram went off the rails.
    Το τραμ βγήκε από τις ράγες.
    παράδειγμα  The train went off the rails.
    Το τρένο ξέφυγε από τις γραμμές.
     συνώνυμα:  railroad track, railway track, train track και track
  4. (μη μετρήσιμο, μέσο μεταφορών) ο σιδηρόδρομος, η σιδηροτροχιά
    παράδειγμα  We are traveling by rail.
    Ταξιδεύουμε με σιδηρόδρομο.
    παράδειγμα  high-speed rail - σιδηροτροχιά υψηλής ταχύτητας
     συνώνυμα:  railroad και railway
ενεστώτας rail
γ΄ ενικό ενεστώτα rails
αόριστος railed
παθητική μετοχή railed
ενεργητική μετοχή railing

rail (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rail < (άμεσο δάνειο) αγγλική rail

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rail rails

rail (fr) αρσενικό

Σύνθετα

[επεξεργασία]