railroute

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

railroute < rail + route

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

railroute (fr), rail-route, rail route αρσενικό

  1. μεταφορά εμπορευμάτων που χρησιμοποιεί εναλλακτικά τη σιδηροδρομική και την οδική μεταφορά