ανεργία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανεργία ανεργίες
γενική ανεργίας
αιτιατική ανεργία ανεργίες
κλητική ανεργία ανεργίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεργία < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανεργία θηλυκό

  1. η κατάσταση του ανέργου, του ανθρώπου που επιθυμεί να εργαστεί αλλά δεν βρίσκει δουλειά
    επίδομα ανεργίας
  2. η κατάσταση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα άτομα που ψάχνουν απασχόληση από τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας
    αναμένεται να αυξηθεί και φέτος το ποσοστό ανεργίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]