ανεργία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ανεργία | οι | ανεργίες |
| γενική | της | ανεργίας | — | |
| αιτιατική | την | ανεργία | τις | ανεργίες |
| κλητική | ανεργία | ανεργίες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανεργία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεργία (έλλειψη δραστηριότητας), σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Arbeitslosigkeit[1] → δείτε αν- (α- στερητικό) + ἔργον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.neɾˈʝi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νερ‐γί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανεργία θηλυκό
- η κατάσταση του ανέργου, του ανθρώπου που επιθυμεί να εργαστεί, αλλά δε βρίσκει δουλειά
επίδομα ανεργίας
- η κατάσταση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα άτομα που ψάχνουν απασχόληση από τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας
- ※ Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης, 2015)
αναμένεται να αυξηθεί και φέτος το ποσοστό ανεργίας
→ και δείτε τις λέξεις διαρθρώνω, αρθρώνω και άρθρο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ανεργία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανεργία
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ανεργία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αν- από το στερητικό α- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)