ανεργία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανεργία οι ανεργίες
      γενική της ανεργίας
    αιτιατική την ανεργία τις ανεργίες
     κλητική ανεργία ανεργίες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεργία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανεργία θηλυκό

  1. η κατάσταση του ανέργου, του ανθρώπου που επιθυμεί να εργαστεί αλλά δεν βρίσκει δουλειά
    επίδομα ανεργίας
  2. η κατάσταση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα άτομα που ψάχνουν απασχόληση από τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας
    αναμένεται να αυξηθεί και φέτος το ποσοστό ανεργίας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]