Werk

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Werk Werke
γενική Werk(e)s Werke
δοτική Werk(e) Werken
αιτιατική Werk Werke

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Werk < ινδοευρωπ. *wérǵom, από όπου και το αγγλικό work και το αρχαιοελληνικό ἔργον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Werk (de), ουδέτερο

  1. έργο, το προϊόν της εργασίας
  2. λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό δημιούργημα
    • Die Werke Goethes. - Τα έργα του Γκαίτε.
  3. εργοστάσιο, βιομηχανία
    • Die Firma eröffnet ein neues Werk. - Η εταιρεία ανοίγει ένα νέο εργοστάσιο.
  4. (στον πληθυντικό) χειροτεχνία


Σύνθετα[επεξεργασία]