کار

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Περσικά (fa) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

کار (fa) (kâr)

  1. η εργασία, η δουλειά
  2. το έργο