Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔπος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἔπος < ϝέπος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *wékʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wékʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wekʷ- (μιλώ). Ομόρριζα: ὄψ.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /é.pos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἔπος, -ους/εος ουδέτερο

  1. λόγος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 220
    Πηλεΐδης δ’ ἐξαῦτις ἀταρτηροῖς ἐπέεσσιν
    Ἀτρεΐδην προσέειπε, καὶ οὔ πω λῆγε χόλοιο
    Με βαρείς λόγους έπειτα και πάλιν ο Πηλείδης
    προς τον Ατρείδη εστράφηκεν, ούδ᾽ έπαυε η χολή του
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
  2. έπος
  3. είδηση, τα νέα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 16 (π. Ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως ὑπὸ Τηλεμάχου.), στίχ. 469 (468-469)
    ὡμήρησε δέ μοι παρ᾽ ἑταίρων ἄγγελος ὠκύς, | κῆρυξ, ὃς δὴ πρῶτος ἔπος σῇ μητρὶ ἔειπεν.
    Σ᾽ αυτό με πρόλαβε, πιο γρήγορος, άλλος μαντατοφόρος, | δικός σου σύντροφος, ο κήρυκας, που πρώτος είπε στη μητέρα σου το νέο.
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]