ανδροπρεπής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ανδροπρεπής | η | ανδροπρεπής | το | ανδροπρεπές |
| γενική | του | ανδροπρεπούς* | της | ανδροπρεπούς | του | ανδροπρεπούς |
| αιτιατική | τον | ανδροπρεπή | την | ανδροπρεπή | το | ανδροπρεπές |
| κλητική | ανδροπρεπή(ς) | ανδροπρεπής | ανδροπρεπές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ανδροπρεπείς | οι | ανδροπρεπείς | τα | ανδροπρεπή |
| γενική | των | ανδροπρεπών | των | ανδροπρεπών | των | ανδροπρεπών |
| αιτιατική | τους | ανδροπρεπείς | τις | ανδροπρεπείς | τα | ανδροπρεπή |
| κλητική | ανδροπρεπείς | ανδροπρεπείς | ανδροπρεπή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανδροπρεπής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνδροπρεπής. Μορφολογικά αναλύεται σε ανδρο- (< άνδρας) + -πρεπής
Επίθετο
[επεξεργασία]ανδροπρεπής, -ής, -ές
- αυτός που προσιδιάζει ή ταιριάζει στην ανδρική όψη ή, συνηθέστερα, συμπεριφορά
- ανδροπρεπές ντύσιμο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ανδροπρεπής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ανδροπρεπής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- ανδροπρεπής - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας