ανδρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ανδρισμός οι ανδρισμοί
      γενική του ανδρισμού των ανδρισμών
    αιτιατική τον ανδρισμό τους ανδρισμούς
     κλητική ανδρισμέ ανδρισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανδρισμός < (καθαρεύουσα) ἀνδρισμός < ελληνιστική κοινή ἀνδρισμόςανδρεία)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανδρισμός αρσενικό (o πληθ. προφορικός ή για το όργανο)

  1. κυρίως το ανδρικό φέρσιμο, το γενναίο φρόνημα, η υπερηφάνεια, η ικανότητα του άνδρα να προστατεύει όσα κοινωνικά θεωρούνται δική του ευθύνη, η βασική ιδιότητα του άνδρα όπως αυτός νοείται ως οντότητα ανατομικά, ορμονικά και ψυχικά, συμπεριφερικά
  2. τα ανδρικά όργανα αναπαραγωγής
  3. η γενναιότητα στην ανάληψη ευθυνών
    Πρέπει να έχεις τον ανδρισμό να παραδέχεσαι και τα λάθη σου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]