adam

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

adam (tr)

  1. ο άνδρας, άντρας; κάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το παιδί)
  2. μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης
  3. αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.)

Κλίση[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]