ανδρόγυνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανδρόγυνο ανδρόγυνα
γενική ανδρογύνου
& ανδρόγυνου
ανδρογύνων
& ανδρόγυνων
αιτιατική ανδρόγυνο ανδρόγυνα
κλητική ανδρόγυνο ανδρόγυνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανδρόγυνο < καθαρεύουσα ἀνδρόγυνον < μεσαιωνική ελληνική ἀνδρόγυνον / ἀντρόγυνο(ν) < ελληνιστική κοινή ἀνδρόγυνον < αρχαία ελληνική ἀνδρόγυνον (ερμαφρόδιτος, γυναικωτός < ἀνήρ + γυνή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /an.ˈðɾɔ.ʝi.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανδρόγυνο ουδέτερο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]