σκοτώνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτώνομαι < σκοτώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκοτώνομαι

  1. χάνω τη ζωή μου από όπλο ή δυστύχημα
    κάθε χρόνο σκοτώνονται πολλοί άνθρωποι σε αυτοκινητιστικά δυστυχήματα
  2. κουράζομαι υπερβολικά
    σκοτώθηκε στη δουλειά
  3. (μεταφορικά) (αλληλοπαθητικό) τσακώνομαι άγρια ή δέρνομαι με κάποιον
    κάτι πρέπει να κάνουμε γιατί πάλι σκοτώθηκε με τον αδελφό του σήμερα για το παιχνίδι
    κάτι πρέπει να κάνουμε γιατί πάλι σκοτωθήκανε με τον αδελφό του σήμερα για το παιχνίδι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: σκοτώνω

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]