Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκοτώσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σκοτώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκοτώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
  3. θα σκοτώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σκοτώνω