service

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

service < μέση αγγλική servise < παλαιά γαλλική servise

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsɜːvɪs/ και /ˈsɝvɪs/
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
service services

service (en)

  1. η υπηρεσία
  2. (στρατιωτικός όρος) η θητεία
  3. (πληροφορική) η υπηρεσία, που παρέχεται από τη λειτουργία ενός προγράμματος, ενός εξυπηρετητή (server), κλπ.[1]
    υπώνυμα: Web service

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

(πληροφορική)

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «υπηρεσία» από αναζήτηση «service» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

service 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
service services

service (fr) αρσενικό

  1. η υπηρεσία
  2. η εξυπηρέτηση
  3. (αθλητισμός) το σερβίρισμα μιας μπάλας
  4. (στρατιωτικός όρος) η θητεία