Μετάβαση στο περιεχόμενο

servus

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
servus < λατινική servus (με την έννοια υπηρέτης, δηλαδή εννοείται: «στις υπηρεσίες σας»)

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

servus (de)

  • παραδοσιακός χαιρετισμός στη Βαυαρία και Αυστρία, ισοδύναμος με το ελληνικό γεια



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

servus (eo)

  • υποθετική του ρήματος servi

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
servus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ser-wo- (φρουρός, φύλακας) < *ser- (δένω, τοποθετώ μαζί)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

servus (la) αρσενικό

  1. υπηρέτης
  2. υποτακτικός
  3. σκλάβος
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική servus servī
γενική servī servōrum
δοτική servō servīs
αιτιατική servum servōs
κλητική serve servī
αφαιρετική servō servīs
(β' κλίση)