Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκλάβος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Σκλᾶβος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σκλάβος οι σκλάβοι
      γενική του σκλάβου των σκλάβων
    αιτιατική τον σκλάβο τους σκλάβους
     κλητική σκλάβε σκλάβοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Αλυσοδεμένοι σκλάβοι, Σμύρνη, 200 κε

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκλάβος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκλᾶβος < Σκλᾶβος < πρωτοσλαβική *Slověninъ (το εθνικό όνομα απέκτησε τη σημασία του δούλου, επειδή [ίσως κατά Μπαμπινιώτη] πολλά άτομα σλαβικής καταγωγής πωλούνταν ως δούλοι)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈskla.vos/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκλάβος αρσενικό

  1. άτομο που έχει αιχμαλωτισθεί και χρησιμοποιείται για χειρωνακτικές, κυρίως, εργασίες
      Ο Πάνος Ανατολίτης είναι χριστιανός από τη Γεωργία, πωλείται σκλάβος στην Κωνσταντινούπολη σε έναν καπιτζίμπαση (αρχιθυρωρό του παλατιού) -άγνωστο πότε, αλλά μια υπόθεση θα ήταν πως είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια του ρωσο-οθωμανικού πολέμου του 1806-1812· ύστερα, πάλι χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό, βρίσκεται στη Χίο «ζων χριστιανός», δηλαδή ραγιάς αλλά όχι σκλάβος.
    Βαγγέλης Σαράφης, σκλάβος, αυτόμολος, φυγάς, Η Αυγή, 27 Μαρτίου 2020
  2. ο υπόδουλος, αυτός που ζει υπό ξένη κυριαρχία
    παράδειγμα  για τέσσερις αιώνες ήμασταν σκλάβοι των Τούρκων.
  3. (μεταφορικά) ο εξαρτημένος από κάποιο πάθος ή κατάσταση

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.