υπόδουλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπόδουλος < ελληνιστική κοινή ὑπόδουλος < ὑπό + αρχαία ελληνική δοῦλος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /iˈpo.ðu.los/
Επίθετο
[επεξεργασία]υπόδουλος, -η, -ο
- που έχει υποδουλωθεί
- ※ Το ξανθό γένος ήταν η μεγάλη ελπίδα των υποδουλωμένων Ελλήνων και η αναμονή του πότε επιβραβευόταν και πότε όχι. ... Οι υπόδουλοι συχνά απογοητεύτηκαν και μερικές φορές αισθάνθηκαν ότι προδόθηκαν από την τσαρική ρωσική ηγεσία. Π.χ. στα Ορλωφικά. Άλλες πάλι φορές η Ρωσία παρείχε έμμεσα χείρα βοηθείας ή αποδοκίμαζε, ανάλογα με τα συμφέροντά της, τις ελπίδες των εξεγερμένων. (Το ξανθό γένος, Καθημερινή, 29/11/2015 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ανυποδούλωτος
- καθυποδουλώνω
- καθυποδούλωση
- υποδουλοσύνη
- υποδουλωμένος
- υποδουλώνω
- υποδούλωση
- υποδουλωτής
- υποδουλωτικά
- υποδουλωτικός
- → δείτε τις λέξεις υπό και δούλος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)