υποδούλωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποδούλωση υποδουλώσεις
γενική υποδούλωσης
& υποδουλώσεως
υποδουλώσεων
αιτιατική υποδούλωση υποδουλώσεις
κλητική υποδούλωση υποδουλώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποδούλωση < υποδουλώνω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποδούλωση θηλυκό

  1. η στέρηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ενός λαού ή ενός ατόμου, που έχει περιέλθει στην άμεση εξουσία και δικαιοδοσία κάποιου άλλου
    η υποδούλωση των Eλλήνων στους Tούρκους
  2. (μεταφορικά) η ολοκληρωτική υποταγή σε κάποιο πάθος με την ταυτόχρονη απουσία ενεργητικής αντίδρασης
    η υποδούλωση στο αλκοόλ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]