υποδούλωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποδούλωση υποδουλώσεις
γενική υποδούλωσης
& υποδουλώσεως
υποδουλώσεων
αιτιατική υποδούλωση υποδουλώσεις
κλητική υποδούλωση υποδουλώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποδούλωση < υποδουλώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποδούλωση θηλυκό

  • η στέρηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ενός λαού ή ενός ατόμου, που έχει περιέλθει στην άμεση εξουσία και δικαιοδοσία κάποιου άλλου
η υποδούλωση των Eλλήνων στους Tούρκους
  • (μεταφορικά) η ολοκληρωτική υποταγή σε κάποιο πάθος με την ταυτόχρονη απουσία ενεργητικής αντίδρασης
η υποδούλωση στο αλκοόλ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]