θητεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θητεία θητείες
γενική θητείας θητειών
αιτιατική θητεία θητείες
κλητική θητεία θητείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θητεία < αρχαία ελληνική θητεία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /θi.ˈti.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θητεία θηλυκό

  1. το διάστημα κατά το οποίο παραμένει στο στρατό ένας κληρωτός, η στρατιωτική υπηρεσία
  2. η άσκηση ενός αξιώματος και το χρονικό διάστημα της άσκησης αυτής

32πχ Μεταφράσεις[]