καλαμαράς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαμαράς καλαμαράδες
γενική καλαμαρά καλαμαράδων
αιτιατική καλαμαρά καλαμαράδες
κλητική καλαμαρά καλαμαράδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαμαράς < καλαμάρι (μελανοδοχείο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαμαράς αρσενικό

  1. (μεσαιωνικό) (παρωχημένο) κατασκευαστής καλαμαριών
  2. (ειρωνικά) λόγιος
  3. (κυπριακή διάλεκτος), (σκωπτικά) Ελλαδίτης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]