καλαμάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαμάρι καλαμάρια
γενική καλαμαριού καλαμαριών
αιτιατική καλαμάρι καλαμάρια
κλητική καλαμάρι καλαμάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαμάρι < μεσαιωνική ελληνική καλαμάρι / καλαμάριν / καλαμάριον < λατινική (theca) calamaria (θήκη καλάμων γραφής) < ελληνιστική κοινή καλαμάριον < αρχαία ελληνική κάλαμος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱl̥h₂mos < *ḱolh₂mos
Το μαλάκιο ονομάστηκε έτσι χάρη στο σώμα του που μοιάζει με μελανοδοχείο το οποίο περιέχει πένες από καλάμι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.la.ˈma.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα καλαμάρι

καλαμάρι ουδέτερο

  1. κεφαλόποδο μαλάκιο με μακρόστενο σώμα, τριγωνικά πτερύγια στην κάτω πλευρά του και δέκα πλοκάμια στο κεφάλι εκ των οποίων τα δύο είναι μεγαλύτερα από τα υπόλοιπα
  2. μικρό δοχείο που περιείχε μελάνι για γράψιμο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μελανοδοχείο
  3. ειδική θήκη όπου τοποθετούνταν πένες από καλάμι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]