θήκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θήκη οι θήκες
      γενική της θήκης των θηκών
    αιτιατική τη θήκη τις θήκες
     κλητική θήκη θήκες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θήκη < αρχαία ελληνική θήκη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈθi.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θήκη θηλυκό

  1. ένα περίβλημα μέσα στο οποίο τοποθετούνται ένα ή πολλά ομοειδή αντικείμενα για προστασία, τακτοποίηση ή ταξινόμηση

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]