διαγραφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαγραφή οι διαγραφές
      γενική της διαγραφής των διαγραφών
    αιτιατική τη διαγραφή τις διαγραφές
     κλητική διαγραφή διαγραφές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαγραφή < αρχαία ελληνική διαγραφή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.ˈɣɾa.fi/ και /ðʝa.ˈɣɾa.fi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαγραφή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαγράφω

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαγραφή < διαγράφω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διαγραφή θηλυκό

  1. η αναπαράσταση αντικειμένου με γραμμές
  2. διάταγμα