καταχρηστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καταχρηστικός η καταχρηστική το καταχρηστικό
      γενική του καταχρηστικού της καταχρηστικής του καταχρηστικού
    αιτιατική τον καταχρηστικό την καταχρηστική το καταχρηστικό
     κλητική καταχρηστικέ καταχρηστική καταχρηστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καταχρηστικοί οι καταχρηστικές τα καταχρηστικά
      γενική των καταχρηστικών των καταχρηστικών των καταχρηστικών
    αιτιατική τους καταχρηστικούς τις καταχρηστικές τα καταχρηστικά
     κλητική καταχρηστικοί καταχρηστικές καταχρηστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταχρηστικός < ελληνιστική κοινή καταχρηστικός < κατάχρησις < αρχαία ελληνική καταχράομαι / καταχρῶμαι < κατά + χρῶμαι

Επίθετο[επεξεργασία]

καταχρηστικός

  1. που γίνεται κατ' εξαίρεση, καθ' υπερβολή, χωρίς κανονικά να επιτρέπεται από το γράμμα αλλά και συχνά το πνεύμα του νόμου
  2. (γραμματική) καταχρηστική πρόθεση: η πρόθεση των αρχαίων ελληνικών που χρησιμοποιείται μαζί με πλάγιες πτώσεις στο σχηματισμό εμπροθέτων, όχι όμως και ως πρώτο συνθετικό (βλέπε και κύριος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]