λανθασμένα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λανθασμένα < λανθασμένος
Επίρρημα
[επεξεργασία]λανθασμένα
- με λανθασμένο τρόπο
- ※ Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της οδού Αγίας Σοφίας, όπου οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έβλεπαν με καλό μάτι το διπλοπαρκάρισμα, καθώς θεωρούσαν –λανθασμένα– ότι αυτό ευνοούσε την κατανάλωση στα καταστήματά τους. (Λεωνίδας Μακρής, Άρης Δημοκίδης, Γιάννης Μπουτάρης: Η πολιτική αλλιώς, εκδ. Πατάκης, 2025)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λανθασμένα
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]λανθασμένα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λανθασμένος